εχίνος

I
(echinus). Θαλάσσιο ζώο, γνωστό κυρίως ως αχινός (βλ. λ.)
II
(Ανατ.). Ένα από τα τμήματα του πολύχωρου στομαχιού των μηρυκαστικών, το οποίο βρίσκεται μεταξύ του κεκρύφαλου και του ηνύστρου. Ο ε. δεν έχει αδένες και ο βλεννογόνος της εσωτερικής επιφάνειάς του, εκτός από το πυθμενικό τμήμα, σχηματίζει επιμήκεις πτυχές διαφορετικού ύψους, που μοιάζουν με τις σελίδες βιβλίου. Οι πτυχές αυτές είναι κινητές (έχουν λείες μυϊκές ίνες) και χωρίζουν την κοιλότητα του ε. σε στενά διαμερίσματα. Η τροφή που φτάνει στον ε. μετά τον μηρυκασμό αλέθεται και μεταβάλλεται σε χυλό. Στη συνέχεια, o χυλός αυτός περνά στον ήνυστρο από τη σχισμή που υπάρχει στον πυθμένα του ε., που αποτελεί συνέχεια της σχισμής του κεκρύφαλου. Το τμήμα αυτό του στομαχιού δεν υπάρχει στους τραγουλίδες και στις καμήλες.
III
(Αρχιτ.). Τμήμα του ελληνικού κιονόκρανου. Στα μινωικά και μυκηναϊκά ανάκτορα ο ε. ήταν ξύλινος, όπως ολόκληρη η κολόνα, γι’ αυτό και δεν διασώθηκαν δείγματα της περιόδου. Ο δωρικός ε. ήταν στρογγυλός και καμπυλωμένος και εξελίχθηκε σε κωνικό, με δύο έως πέντε εγκοπές στη βάση χωρίς διακόσμηση. Στα ιωνικά κιονόκρανα o ε. έχει διάκοσμο. Στους χριστιανικούς χρόνους τα ιωνικά κιονόκρανα έχουν ε. με διακοσμήσεις.
Επίσης, ε. ονομάζεται και πήλινο ή χάλκινο αγγείο, με το οποίο σφράγιζαν οι διαιτητές στις δίκες τη δικογραφία της προανάκρισης (μαρτυρικές αποδείξεις και νόμους). Οι ε. ανοίγονταν την ημέρα της δίκης, αν οι αντίδικοι, εν τω μεταξύ, δεν είχαν συμβιβαστεί.
* * *
ο (ΑΜ ἐχῑνος, Μ και ἐχῑνος, ἡ και ἐχῑνα)
1. ζώο θηλαστικό εντομοφάγο, ακανθόχοιρος, σκαντζόχοιρος
2. αχινός («ἐχῑνοι... θαλάττιοι», Αριστοτ.)
3. το κέλυφος τού καρπού τών κυπελλοφόρων φυτών, π.χ. τής καστανιάς, τής βαλανιδιάς κ.ά.
4. το τρίτο και κύριο μέρος τού στομάχου τών μυρηκαστικών ζώων, όπου κυρίως γίνεται η πέψη
5. ο πρόλοβος τών φυτοφάγων πτηνών
6. αρχιτ. το κυκλικό, ωοειδές μέρος τού δωρικού και ιωνικού κιονόκρανου
νεοελλ.
1. αμυντικό μέσο, με το οποίο φράσσονται οι έξοδοι τών συρματοπλεγμάτων
2. μηχανικό σύστημα που χρησιμεύει για τη μετάδοση τής κίνησης από έναν άξονα σε άλλο παράλληλο άξονα
αρχ.
1. το όστρακο τού θαλάσσιου αχινού που χρησιμοποιούσαν πολλές φορές ως δοχείο για την εναπόθεση ιατρικών φαρμάκων
2. μετάλλινο ή πήλινο δοχείο στο οποίο κλείνονταν και σφραγίζονταν από τους διαιτητές οι μαρτυρικές αποδείξεις ώς την ημέρα τής δίκης ή τής εφέσεως, οπότε τό άνοιγαν («ἐχρῆν αὐτὸ τὸ γραμματεῑον εἰς τὸν ἐχῑνον ἐμβαλεῑν», Δημοσθ.)
3. αγγείο, δοχείο, υδρία, είδος χύτρας
4. οι τραχηλικοί σπόνδυλοι τού κεστρέως (είδους ψαριού)
5. μέρος τού χαλινού τού αλόγου («τοὺς δ' ἐχίνους ὀξεῑς», Ξεν.)
6. (κατά τον Ησύχ.) «οἱ τῶν τειχῶν ἀγκῶνες»
7. είδος πλακούντος πίτας («ἐπὶ τῆς δευτέρας εἰσάγουσι τραπέζης ἐχῑνον», Αθήν.)
8. είδος φυτού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ίσως < έχις «οχιά» + επίθημα -ίνο-, πιθ. «αυτός που τρώει τις οχιές». Η λ. εχίνος χρησιμοποιήθηκε ως υποκατάστατο τής λ. χηρ για λόγους ευφημισμού. Συνδέεται με αρμ. ozni (< ΙΕ *ogh-ĭn-yo-) με επίθημα -n- και άλλη μεταπτωτικη βαθμίδα ρίζας, λιθ. ežỹs, αρχ. σλαβ. ježĭ (< IE *egh-yo-), αρχ. ανω γερμ. igil. Από το εχίνος προήλθε το νεοελλ. αχινός*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐχῖνος — hedgehog masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εχίνος — Sp Echinas Ap Εχίνος/Echinos L ŠR Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • εχίνος — ο βλ. αχινός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οὑχῖνος — ἐχῖνος , ἐχῖνος hedgehog masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχῖνοι — ἐχῖνος hedgehog masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχῖνον — ἐχῖνος hedgehog masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φθιώτιδας, νομός — Νομός (4.441 τ. χλμ., 178.771 κατ.) της περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας. Συνορεύει στα Β με τους νομούς Μαγνησίας, Λάρισας και Καρδίτσας, στα Ν με τους νομούς Βοιωτίας, Φωκίδας και Αιτωλοακαρνανίας, στα Δ με τον νομό Ευρυτανίας, ενώ στα Α βρέχεται… …   Dictionary of Greek

  • еж — род. п. ежа, укр. ïж, ïжак, сербск. цслав. ѥжь ἐχῖνος, болг. еж, сербохорв. jе̑ж, род. п. jежa, словен. jež, чеш., слвц. jež, польск. jeż, в. луж. jěž, н. луж. jež. Праслав. *ezi̯o . Родственно лит. ežỹs, лтш. ezis eж , д. в. н. igil, нов. в …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • List of Latin and Greek words commonly used in systematic names — Contents 1 List of words 1.1 A 1.2 B 1.3 C …   Wikipedia

  • Liste lateinischer und griechischer Wörter in der biologischen Systematik — Die Liste lateinischer und griechischer Wörter in der biologischen Systematik dient dem Verständnis wissenschaftlicher Namen von Organismen. Die binominale Nomenklatur und einige Namen für höhere Taxa, etwa für Ordnungen, basiert überwiegend auf… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.